Ζούμε ταξιδεύοντας, σαν τα ποτάμια, το πολύ-πολύ έως τη θάλασσα.
Ζούμε ταξιδεύοντας, σαν τα ποτάμια, το πολύ-πολύ έως τη θάλασσα. Αυτό έγραφε, με καλλιγραφική πολυτονική γραφή και με τη μέθοδο της πυρογραφίας, πάνω σε μια πινακίδα από ξύλο που κρεμόταν σε περίοπτη θέση στο μικρό δωμάτιό του και το οποίο μάλλον θύμιζε κελί μοναχού παρά δωμάτιο εργένη. Ήταν λίγο μεγαλύτερος από πενήντα και ωστόσο η όψη του θύμιζε άνθρωπο εξήντα, τουλάχιστον χρονών. Εργαζόταν από μικρό παιδί, αυτοσυντήρητος και η ζωή του όλη απλή και συνηθισμένη και δίχως καμία έξαρση, όπως χαρακτηριστικά μου εξομολογήθηκε. -Άχρωμη, θα έλεγα, συμπλήρωσε την στιγμή που με είδε να μαζεύω τρίποδα, φακούς και φλας και κατάλαβε πως θα έφευγα. -Tέλειωσες με την φωτογράφηση, με ρώτησε, να κεράσω κι άλλον ένα καφέ ή μήπως προτιμάς να παραγγείλω σουβλάκια και να πιούμε και μπύρα που έχω στο ψυγείο; -Να, λέω να προλάβω να τα εμφανίσω σήμερα. Ήταν φανερό ότι διψούσε για λίγη ανθρώπινη παρουσ...