Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα εποχές

Πάντοτε θα φεύγει, ένα πλοίο, από το λιμάνι.

Εικόνα
Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, δεν το ήξερες; Και λοιπόν; Τα δέντρα μόνο επέλεξαν την ακινησία. Αλήθεια τι θα προτιμούσες; Να έχεις αγαπήσει ένα δέντρο; Με το έναν ή τον άλλον τρόπο οι άνθρωποι φεύγουν. ταξιδεύουν αλλά δεν χάνονται. Πάντοτε θα φεύγει, ένα πλοίο, από το λιμάνι. Ναι και οι γλάροι πετούν αλλά δεν φεύγουν σκεφτόμουν τότε. Οι άνθρωποι τελικά μπορεί να μην είναι σαν τα σύννεφα φεύγουν αλλά δεν χάνονται όπως αυτά σου είχα πει θυμάμαι όταν σου έσφιξα το χέρι και σε αποχαιρέτισα λίγο προτού να σε φιλήσω. Σαχλαμάρες, σκέφτομαι τώρα αλλά ειλικρινά δεν βρήκα κάτι έξυπνο να σου πω μήπως και σε συγκινούσα σε βαθμό που να μην έφευγες αλλά πάλι παρηγορώ τον εαυτό μου λέγοντάς του πως ότι έγινε ήταν σωστό που έγινε έτσι. Αν συνέβαινε το αντίθετο, ίσως να ήταν χειρότερα και πως αυτό που έζησα δεν θα είχε την χρυσόσκονη του παραμυθιού. Οι έρωτες, όπως και οι άνθρωποι, που ξέρουν πότε, πως και γιατί να πεθάνουν είναι αυτοί που άξιζε τελικά και που έζησαν. Πάν Καρτσωνάκης 

Το χειρότερο είναι να κουβαλάει, ο άνθρωπος, τη φυλακή μέσα του..

Εικόνα
24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945 Η πιο ωραία θάλασσα: αυτή  που ακόμα δεν ταξιδέψαμε. Το πιο ωραίο παιδί: ακόμα δε μεγάλωσε. Οι πιο ωραίες μέρες μας:  αυτές που ακόμα δε ζήσαμε. Κι ο πιο ωραίος λόγος που θέλω να σου πω:  αυτός που ακόμα δε σου είπα. Το παραπάνω ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ είναι από τα ποιήματα των 9 & 10 μ.μ που έγραψε στη φυλακή στις 24 του Σεπτέμβρη όπως λέει και ο τίτλος . Ο Ναζίμ μπορεί και γράφει αυτούς τους υπέροχους στίχους που ξεχειλίζουν ελπίδα έχοντας ήδη  8 χρόνια στη φυλακή, όπως και ο ίδιος γράφει μια μέρα μετά: 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945 Εννιά η ώρα. Στην αυλή χτύπησε το καμπανάκι, κλείνουν όπου να 'ναι  τα κελιά. Η φυλακή  κράτησε κάπως παραπάνω  αυτή τη φορά: 8 χρόνια. Να ζεις, είναι μια υπόθεση γεμάτη ελπίδα,  αγαπημένη μου,  να ζεις, είναι μια υπόθεση σοβαρή,  όπως και το να σ' αγαπώ. Αμέσως μετά  και στο ποίημα της επομένης ημέρας γράφει: "Το χειρότερο είναι να κουβαλάει ο άνθρωπος τη φυλακή μέσα του". Φιλικά Πάν Καρτσων...

Κάποιος αρχαίος το ‘γραψε το είδα σε βιβλίο.

Εικόνα
Τον πόλεμο μας λέγανε Πατέρα στο σχολείο. Κάποιος αρχαίος το ‘γραψε το είδα σε βιβλίο Κι εγώ, που δεν το δέχτηκα, μου ‘βάλαν τιμωρία στην ίδια τάξη μ άφησαν Αρχαία κι Ιστορία! Πενήντα χρόνια προσπαθώ μα πως να το χωνέψω ή θα ‘πρεπε να το δεχτώ ή να το ανατρέψω! Τώρα, πιστεύω πως μισή, τη σκέψη του προγόνου κάποιος μας κληροδότησε στο πέρασμα του χρόνου γιατί ο κόσμος τελικά εκτός από πατέρα πρέπει να έχει λογικά και κάποια για μητέρα! Υ.Γ: ο τίτλος του ποιήματος είναι Ειρήνη!                             Πάν Καρτσωνάκης

Δεν θα υπάρχει πόλεμος, κανείς δεν θα πεινάει.

Εικόνα
Φωτογραφίες μας παλιές, που είχα ξεχασμένες τυχαία βρήκα εντελώς κι άρχισα να θυμάμαι. Πάνω στο κάστρο πόζαρες για φλάμπουρο κουνώντας το άσπρο σου πουκάμισο, γυμνόστηθη, γελούσες.  Αχ, κοριτσάκι μου χαζοί, που ήμασταν κι οι δυο μας πως θα νικήσουμε κι εμείς θ’ αλλάξουμε τον κόσμο. Πως η δική μας η γενιά καλύτερη θα είναι  δεν θα υπάρχει πόλεμος, κανείς δεν θα πεινάει. Ώρες πολλές ξεχάστηκα, πάνω τους να κοιτάζω και μ’ έναν κόμπο στον λαιμό και δάκρυα στα μάτια.                                              Πάν Καρτσωνάκης

Μα ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος....

Εικόνα
Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά  στην αγορά, στο Λαύριο. Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά  κι όλο φοβάμαι το αύριο. Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά;  Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα.  Και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά  όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα.  Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει  σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας  μα ο χρόνος ο αληθινός  σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος,  μα ο χρόνος ο αληθινός  είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός. Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά  μα ούτε και στους μεγάλους, πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά  πως είμαι ασχημοπαπαγάλος. Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά;  Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι.  Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά  όταν γυρνάς μέσα στην πόλη.  Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει  σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας,  μα ο χρόνος ο αληθινός  σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος,  μα ο χρόνος ο αληθινός  είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ...

Κάτι πολύτιμα πετράδια που γυαλίζουν.

Εικόνα
Ανάμεσα στις σκουριασμένες ράγες          των παλιών σιδηροδρομικών σταθμών   που  από την εγκατάλειψη, έχουν χορταριάσει        κι έχουν αφίξεις κι αναχωρήσεις τρένων                κάτι χρόνια να αναγγείλουν,                   ο επισκέπτης αν θα ψάξει             με προσοχή όμως μεγάλη και αγάπη                         και είναι τυχερός,                            θα ανακαλύψει            ανάμεσα στις πέτρες και τα σκουπίδια           κάτι πολύτιμα πετράδια που γυαλίζουν.                                Είναι κάτι πέτρες  που σταλαγματιά μ...

Οι λέξεις κρύβουν μήνυμα που κάποιοι το διαβάζουν.

Εικόνα
Κάποιος αρχαίος Έλληνας «αρχή σοφίας», είπε στις λέξεις μέσα κρύβονται πανάρχαιες αλήθειες. Ούτε στην τύχη έγιναν οι λέξεις μίας γλώσσας  ακόμη και τα γράμματα έχουν και μια αιτία. Οι λέξεις κρύβουν μήνυμα που κάποιοι το διαβάζουν και ξεκλειδώνουν μαγικά και κάποια ιστορία. Είναι σαν μύστες, μυστικά, αιώνων τα ξεθάβουν και κάποιους μύθους άγραφους χαρτογραφούν εντέλει. Είναι κλειδάκι χρήσιμο, η ετυμολογία, πως έχουν λέξεις δομηθεί πως έγινε η γλώσσα.                                       Πάν Καρτσωνάκης

Αθάνατος όμως θα ζει σαν άγιος στις καρδιές μας..

Εικόνα
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε το 1780  στο Μαυρομάτι Καρδίτσας  και ήταν καρπός  της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου  και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή,  αδελφής  του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή  και εξαδέλφης  του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα.   Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του,  μία οικογένεια Σαρακατσάνων,  αφού  η μητέρα του τον εγκατέλειψε  μη αντέχοντας  τον διασυρμό  μιας παράνομης σχέσης  και πέθανε όταν ήταν οκτώ ετών.  Από τη μητέρα του, ο «γιος της καλογριάς»  κληρονόμησε  τον ανυπότακτο χαρακτήρα του  και την παροιμιώδη βωμολοχία του. ΠΗΓΗ Από μικρός στα βάσανα, ο γιος του Καραϊσκου. Ίσως γι’ αυτό τον φώναζαν κι αυτόν Καραϊσκάκη. Μεγάλωσε κι ανδρώθηκε πεντάρφανος σαν μούλος αυτό του διαμόρφωσε λένε τον χαρακτήρα. Πανέξυπνος σαν αλεπού ανδρείος σαν λιοντάρι. Σαν αετός περήφανος ιππότης των ορέων. Αφεντικά δεν ήθελε ο τόπος μας ν’ αλλάξει γι αυτό και κάποιοι φρόντισαν ύπουλα να σκ...

Παπουτσωμένος θα θελα να ήμουν ένας γάτος

Εικόνα
Είναι μια γάτα στην αυλή που έρχεται κοιμάται  αλλά δεν έρχεται συχνά ίσως να με φοβάται Εγώ της βάζω και τροφή, νερό να ξεδιψάει μα δείχνει ακατάδεκτη, κρυφά μόνο θα φάει.  Λατρεύω, ανεξάρτητη που θέλησε να μείνει  και σπιτωμένη να μην πουν, πως ήθελε να γίνει. Αναρωτιέμαι κι  αν ποτέ, αρσενικός μαζί της κατάφερε ζευγάρωσε κι ανάθρεψε παιδί της. Παπουτσωμένος θα θελα να ήμουν ένας γάτος που ν’ αλητεύω διαρκώς και να ‘μουνα χορτάτος.                                          Πάν Καρτσωνάκης

Η γη μας, γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων.

Εικόνα
Ενας από τους κομβικούς μύθους του Εμπειρίκου  είναι ο μύθος του αθάνατου θεού Πανός,  ο οποίος αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του  σε όλο το έργο του ποιητή.  Στην Παγκόσμια Συμπολιτεία της Νέας Εποχής,  στον «Μεγάλο Ανατολικό»,  «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός»,  ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη  και στο επιμνημόσυνο κείμενό του  για τη Μαρία Βοναπάρτη ο ποιητής δεν λησμονεί  «τους λαγαρούς αυλούς του αιωνίου Πανός».  Πόσο θα αυθαιρετούσαμε άραγε αν υποθέταμε ότι  ο Εμπειρίκος αναδέχεται και επανεγγράφει,  σαφώς μετατοπίζοντάς το και μετατονίζοντάς το,  ένα από τα πολλά θέματα της ιδιαίτερα  εκτεταμένης  παλαμικής ποίησης;  Στο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου», λοιπόν,  ο Πέντρο Ραμίρεθ κραυγάζει:  «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε!  Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!»  Η κραυγή ετούτη, που επιχειρεί να αντισταθεί  στην ιστορία, στην ιστορία των θρησκειών  και των παθών, έχει ήδη ακουστεί σχεδόν ...