Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα δημιουργοί

Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου.....

Εικόνα
Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου Kαι ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του Μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε Δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα Και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη Τι ώρα είναι αυτή που όλη η ζωή σου αθροίζεται Στον κανονικό χτύπο της καρδιάς,  κάτω από το απλωμένο υφάδι Ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά  και στον ασημένιο σταυρό του Κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του,  κομμένα στο μάρμαρο Από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη Η ώρα η καλή που τα δάκρυα κυλούν πανικόβλητα Μπερδεύονται αιχμάλωτα στην ουσία της μοίρας σου Χαμένος στην υπόθεσή του, σχεδόν ανεμπόδιστος Για οποιαδήποτε πίστη. Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου  (1931-1996)  

Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου.

Εικόνα
  Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει  είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη. Διονύσης Σαββόπουλος Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση  σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες,  όπου η ζωή χορεύει... Νίκος Ασλάνογλου Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις Να μην τις παίρνει ο άνεμος. Μανόλης Αναγνωστάκης Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες, πόρτες κλειστές σ' ερημωμένα σπίτια. Γιάννης Ρίτσος Να δεις τον Κόσμο σε έναν κόκκο άμμου, και τον Ουρανό σ' ένα αγριολούλουδο, να κρατήσεις το Άπειρο στην παλάμη σου και την Αιωνιότητα σε μια ώρα. William Blake Είναι ώρα να μεθύσετε! για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου, μεθύστε χωρίς διακοπή. Με κρασί, με ποίηση με αρετή, με ό,τι θέλετε! Charles Baudelaire Κι αν οι κρύες μηχανές δουλεύουν, μη φοβάσαι φίλε μου. Όταν οι σχολαστικοί μας δίδασκαν τους άψυχους νόμους που ορίζουν το μέλλον, οι ψυχές μας είπαν κρυφά: Ίσως, μα υπάρχει και κάτι άλλο! G K Chesterton Όπου κι αν βρίσκεσαι, σκάβε βαθιά. Κάτω εί...

Ναι, όλα είναι στο μυαλό, σαν γίνεται αφέντης

Εικόνα
Τα δάχτυλά μου ακουμπώ στο σώμα της επάνω βλέπω τη φλόγα μα εγώ το κάψιμο δεν νοιώθω. Αδιαφορώ τι όνομα θα έχει κι αν υπάρχει εγώ μόνο τη λάμψη της να φέγγει πάντα βλέπω.  Είναι αλήθεια πως πολλούς εγκλωβισμένους έχει τους δίνει, λένε, σιγουριά χαρίζοντας ελπίδες. Είναι και η ανάγκη τους παρηγοριά να βρίσκουν για να ταΐζουν δαίμονες που ζουν μες το μυαλό τους. Ναι, όλα είναι στο μυαλό, σαν γίνεται αφέντης γιατί συχνά αρέσκεται κι αυτό στα παραμύθια.                              Πάν Καρτσωνάκης

ΣΤΗΝ ΜΑΜΑ ΜΟΥ (Από την Γεωργία Κόλλια).

Εικόνα
Γλυκιά μανούλα μου, εσύ με χάρες προικισμένη σαν την δικιά σου αγκαλιά δεν έχει η οικουμένη Όποτε και αν πέsσω άρρωστη  ή αν είμαι πικραμένη εσύ είσαι παντα δίπλα μου νοιώθω προστατευμένη  Και σαν είμαι χαρούμενη πάλι κοντά μου εσύ ακόμη και αν μεγάλωσα σε ψάχνω σαν παιδί  Κάθε ημέρα που ξυπνώ Κάνω την προσευχή μου να σε 'χω πάντα πλάι μου Και μέσα στην ζωή  μου   Χρόνια πολλά σου εύχομαι  πολλά κ ευτυχισμένα να έχω πάντα στην ζωή στο πλάι μου εσένα.    Γεωργία Κόλλια

Τα χρώματα των αντανακλάσεων ξεγελούν την μιζέρια μας...

Εικόνα
Τι να μου φταίει τώρα η βροχή που δίνει λάμψη  από τα πολύχρωμα λαμπιόνια  στην γκρίζα άσφαλτο προσδίδοντας  έναν κοσμοπολίτικο αέρα  στην έρημη και μίζερη πόλη.  Τα χρώματα των αντανακλάσεων  ξεγελώντας την μιζέρια μας  προσδίδουν μια εφήμερη αίγλη έτσι όπως κάνουν  οι πολύχρωμες γυάλινες χάντρες  στις στολές των θεατρίνων. Υ.Γ: Ένα ελεύθερο και δίχως δεσπότη σκυλί (ναι, αυτά που συνηθίζουμε να αποκαλούμε αδέσποτα) με προσπέρασε βιαστικό  και χάθηκε στο βάθος του δρόμου προφανώς επειδή εντωμεταξύ  δυνάμωνε η βροχή.                      Πάν Καρτσωνάκης                           27-12-2020  

Τρώει σκουριά τα σίδερα, και ο καημός ανθρώπους

Εικόνα
Στα μαρμαρένια, τα λευκά, αλώνια των χαρτιών μου  με λίγες λέξεις προσπαθώ παλεύω να νικήσω αν και γνωρίζω σίγουρα τον μάταιο αγώνα ελάχιστοι  τον νίκησαν, τον χρόνο, μην τους φάει.  Σαν τα ποτάμια είμαστε, οι άνθρωποι, πιστεύω και ψάχνουμε την θάλασσα να βρούμε σε λιμάνι όπως προσπάθησαν πιο πριν να κάνουν τόσοι άλλοι μα χάθηκαν, οι πιο πολλοί και θάλασσα δεν βρήκαν. Τρώει σκουριά τα σίδερα, και ο καημός ανθρώπους και με τις λέξεις, στο χαρτί, παρηγοριά γυρεύω.                                          Πάν Καρτσωνάκης

Το χειρότερο είναι να κουβαλάει, ο άνθρωπος, τη φυλακή μέσα του..

Εικόνα
24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945 Η πιο ωραία θάλασσα: αυτή  που ακόμα δεν ταξιδέψαμε. Το πιο ωραίο παιδί: ακόμα δε μεγάλωσε. Οι πιο ωραίες μέρες μας:  αυτές που ακόμα δε ζήσαμε. Κι ο πιο ωραίος λόγος που θέλω να σου πω:  αυτός που ακόμα δε σου είπα. Το παραπάνω ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ είναι από τα ποιήματα των 9 & 10 μ.μ που έγραψε στη φυλακή στις 24 του Σεπτέμβρη όπως λέει και ο τίτλος . Ο Ναζίμ μπορεί και γράφει αυτούς τους υπέροχους στίχους που ξεχειλίζουν ελπίδα έχοντας ήδη  8 χρόνια στη φυλακή, όπως και ο ίδιος γράφει μια μέρα μετά: 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945 Εννιά η ώρα. Στην αυλή χτύπησε το καμπανάκι, κλείνουν όπου να 'ναι  τα κελιά. Η φυλακή  κράτησε κάπως παραπάνω  αυτή τη φορά: 8 χρόνια. Να ζεις, είναι μια υπόθεση γεμάτη ελπίδα,  αγαπημένη μου,  να ζεις, είναι μια υπόθεση σοβαρή,  όπως και το να σ' αγαπώ. Αμέσως μετά  και στο ποίημα της επομένης ημέρας γράφει: "Το χειρότερο είναι να κουβαλάει ο άνθρωπος τη φυλακή μέσα του". Φιλικά Πάν Καρτσων...

Τέτοια ταξίδια σ'όνειρα και μόνο έχω κάνει.

Εικόνα
Όλα τα σχέδια, στα χαρτιά, που έκανα θα μείνουν και οι προθέσεις, στο μυαλό και μόνο θα υπάρχουν σαν κείνες τις ψαρόβαρκες στην αμμουδιά ριγμένες που σαν παιδιά νομίζαμε, τον κόσμο πως γυρίσαν. Γοργόνες, Κύκλωπες, θεριά, σειρήνες, Λαιστρυγόνες τέτοια ταξίδια σ'όνειρα και μόνο έχω κάνει. Παρηγορούμαι, σκέφτομαι, ακόμη κι o Οδυσσέας την Καλυψώ παράτησε, την Ναυσικά στο τέλος για να γυρίσει, θαλπωρή να βρει στο σπιτικό του έστω κι αν αναγκάστηκε μνηστήρες να σκοτώσει. Ίσως και να μετάνιωσε, που πήγε ως την Τροία μα είμαι σχεδόν σίγουρος πως πρέπει να ‘χε τύψεις για τους αθώους, τους απλούς, τους Τρώες, τους γερόντους τα γυναικόπαιδα κι αυτήν, που έκαψαν την πόλη.                         Πάν Καρτσωνάκης

Παπουτσωμένος θα θελα να ήμουν ένας γάτος.

Εικόνα
Είναι μια γάτα στην αυλή που έρχεται κοιμάται  αλλά δεν έρχεται συχνά ίσως να με φοβάται Εγώ της βάζω και τροφή, νερό να ξεδιψάει μα δείχνει ακατάδεκτη, κρυφά μόνο θα φάει.  Λατρεύω, ανεξάρτητη που θέλησε να μείνει  και σπιτωμένη να μην πουν, πως ήθελε να γίνει. Αναρωτιέμαι κι  αν ποτέ, αρσενικός μαζί της κατάφερε ζευγάρωσε κι ανάθρεψε παιδί της. Παπουτσωμένος θα θελα να ήμουν ένας γάτος που ν’ αλητεύω διαρκώς και να ‘μουνα χορτάτος.                                       Πάν Καρτσωνάκης

Nα ξεγελιέμαι φτιάχνοντας στην άμμο παλατάκια.

Εικόνα
Στήνει παιχνίδια το μυαλό, αλλιώς δεν εξηγείται που τόσο ανελέητα συνέχεια  μ' εκδικείται  και μου σκαρώνει όνειρα με κάποια που ακόμα έχουν αφήσει άρωμα σε όλο μου το σώμα. Όσο ελέγχω το μυαλό θα πάω παραπέρα. Αυτό συμβαίνει δυστυχώς μονάχα την ημέρα. Μα έρχονται στον ύπνο μου, τα όνειρα σαν κόλα κι έτσι το ασυνείδητο ευθύς τ' αλλάζει όλα.  Λαβύρινθος κατάσταση, αρρώστησα που μπήκα δεν σκότωσα Μινώταυρο ούτε κι εκείνη βρήκα σκιές μόνο κι αρώματα, λεξούλες, τραγουδάκια να ξεγελιέμαι φτιάχνοντας στην άμμο παλατάκια. Η ποίηση σαν άρωμα μπορεί να ομορφαίνει  μα σε στοιχειώνει, σε πονά κι αυτό θα με τρελαίνει.                                     Πάν Καρτσωνάκης  

Όλο να φύγεις ήθελες, σχεδίαζες ταξίδια.

Εικόνα
Όλο να φύγεις ήθελες, σχεδίαζες ταξίδια...... Στην  πόλη σου ασφυκτικά πίστευες πως πνιγόσουν κι ανόητα χαράμιζες  άσκοπα τον καιρό σου εγκλωβισμένος στα μικρά κι ασήμαντα δρομάκια με τα λαμπρά ονόματα, που έγραφε κι ο Κώστας ο Καρυωτάκης λίγο πριν, αυτόχειρας δραπέτης, από την Πρέβεζα βρεθεί στων ιδεών την πόλη που "νομοθέτας της, κανείς γελάει τυχοδιώκτης".  Πολύ συχνά το σούρουπο και πριν να έλθει νύχτα τα βήματά σου σ έφερναν στης πόλης το λιμάνι εκεί που θα φευγαν γι'αλλού τα πλοία που 'χαν δέσει. Τα κοίταζες σιωπηλός ώσπου να σκοτεινιάσει κι ύστερα πάλι γύρναγες ξανά στους ίδιους δρόμους. Έτσι που ρίζωσες εδώ, γι΄ αλλού να μην ελπίζεις.                             Πάν  Καρτσωνάκης

Μα ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος....

Εικόνα
Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά  στην αγορά, στο Λαύριο. Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά  κι όλο φοβάμαι το αύριο. Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά;  Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα.  Και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά  όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα.  Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει  σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας  μα ο χρόνος ο αληθινός  σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος,  μα ο χρόνος ο αληθινός  είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός. Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά  μα ούτε και στους μεγάλους, πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά  πως είμαι ασχημοπαπαγάλος. Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά;  Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι.  Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά  όταν γυρνάς μέσα στην πόλη.  Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει  σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας,  μα ο χρόνος ο αληθινός  σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος,  μα ο χρόνος ο αληθινός  είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ...

Αθάνατος όμως θα ζει σαν άγιος στις καρδιές μας..

Εικόνα
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε το 1780  στο Μαυρομάτι Καρδίτσας  και ήταν καρπός  της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου  και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή,  αδελφής  του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή  και εξαδέλφης  του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα.   Μεγάλωσε με τους θετούς γονείς του,  μία οικογένεια Σαρακατσάνων,  αφού  η μητέρα του τον εγκατέλειψε  μη αντέχοντας  τον διασυρμό  μιας παράνομης σχέσης  και πέθανε όταν ήταν οκτώ ετών.  Από τη μητέρα του, ο «γιος της καλογριάς»  κληρονόμησε  τον ανυπότακτο χαρακτήρα του  και την παροιμιώδη βωμολοχία του. ΠΗΓΗ Από μικρός στα βάσανα, ο γιος του Καραϊσκου. Ίσως γι’ αυτό τον φώναζαν κι αυτόν Καραϊσκάκη. Μεγάλωσε κι ανδρώθηκε πεντάρφανος σαν μούλος αυτό του διαμόρφωσε λένε τον χαρακτήρα. Πανέξυπνος σαν αλεπού ανδρείος σαν λιοντάρι. Σαν αετός περήφανος ιππότης των ορέων. Αφεντικά δεν ήθελε ο τόπος μας ν’ αλλάξει γι αυτό και κάποιοι φρόντισαν ύπουλα να σκ...

Mην τυχόν συμβεί το κακό και σ' εμένα....

Εικόνα
Όταν πεθαίνουν οι φίλοι μου μετακομίζουν στο σπίτι μου,  απολαμβάνοντας τα ίδια προνόμια που είχαν όταν βρίσκονταν στη ζωή.  Μοιραζόμαστε τα πάντα:  βιβλία, ρούχα, φαγητά, κολόνιες,  ακόμη και τα χάπια μου που δεν πρέπει να αμελώ να παίρνω τρεις φορές την ημέρα. Όσο ζω, θα ζούνε κι αυτοί και μάλιστα πολύ καλύτερα  απ' όταν ήταν ζωντανοί. Το ξέρουν καλά (καθώς και πολλά άλλα πράγματα που εγώ αγνοώ). Με φροντίζουν υποδειγματικά, δεν λέω,  αλλά περισσότερο από υστεροβουλία  και συμφέρον μην τυχόν συμβεί το κακό και σ' εμένα,  οπότε θα βυθιστούν δια παντός στην οδυνηρή λησμονιά και θα χαθούν ολοκληρωτικά  στ' άγρια σκοτάδια. Φαίδων Πατρικαλάκις