Στην πολιτική δεν έχει σημασία μόνο να κερδίζεις. Έχει σημασία τι αφήνεις πίσω σου.
Στέφανος Μάνος, ο άνθρωπος που έβλεπε μακρύτερα.
Τάσος Ι. Αβραντίνης
Στον Εχθρό του Λαού του Ίψεν, ο γιατρός Στόκμαν ανακαλύπτει
μια αλήθεια που κανείς δεν θέλει να ακούσει.
Και όσο περισσότερο επιμένει να την πει,
τόσο περισσότερο μένει μόνος.
Όχι επειδή έχει άδικο, αλλά επειδή η αλήθεια του είναι άβολη.
Επειδή απαιτεί από τους άλλους να αλλάξουν.
Και στον Κοριολανό του Σαίξπηρ υπάρχει μια φράση που σήμερα
μου φέρνει αναπόφευκτα στον νου τον Στέφανο Μάνο:
«Θα προτιμούσα να τους υπηρετώ με τον δικό μου τρόπο,
παρά να τους κυβερνώ με τον δικό τους».
Ανάμεσα στη μοναξιά του Στόκμαν και σε αυτή
τη σαιξπηρική άρνηση του συμβιβασμού αναγνωρίζω κάτι
από την πολιτική διαδρομή του Στέφανου Μάνου.
Όχι γιατί υπήρξε ένας τραγικός ήρωας, αλλά γιατί είχε ένα
χαρακτηριστικό εξαιρετικά σπάνιο στην πολιτική, δεν άφηνε
την επιθυμία για εξουσία να καθορίζει τις πεποιθήσεις του.
Αντιθέτως, οι πεποιθήσεις του καθόριζαν τον τρόπο
με τον οποίο ασκούσε την εξουσία.
Ο Μάνος υπήρξε ο πολιτικός της άβολης αλήθειας.
Έβλεπε συχνά μακρύτερα από τους άλλους και είχε
το ελάττωμα –για μένα, το χάρισμα– να λέει αυτό, το οποίο έβλεπε
χωρίς να υπολογίζει εάν ήταν δημοφιλές ή όχι.
Δεν είναι τυχαίο ότι την αξία του Στέφανου Μάνου διέκριναν
και του εμπιστεύθηκαν κρίσιμες ευθύνες δύο
από τις μεγαλύτερες πολιτικές φυσιογνωμίες
της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής
και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.
Άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά με το σπάνιο
πολιτικό ένστικτο να αναγνωρίζουν εκείνους οι οποίοι ήταν
σε θέση όχι απλώς να διαχειριστούν την υπάρχουσα κατάσταση
αλλά να την αλλάξουν ριζικά.
Ο Καραμανλής είδε στον νεαρό τότε Μάνο έναν πολιτικό
που μπορούσε να αναμετρηθεί με προβλήματα τα οποία
η Ελλάδα μόλις άρχιζε να αντιλαμβάνεται, την άναρχη
ανάπτυξη των πόλεων, την καταστροφή της πολιτιστικής
και αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, την ανάγκη ουσιαστικής
προστασίας του περιβάλλοντος.
Τον εμπιστεύθηκε, και ο Μάνος τόλμησε.
Εισηγήθηκε τη δημιουργία αυτοτελούς Υπουργείου Περιβάλλοντος
και έγινε ο πρώτος υπουργός του, δίνοντας θεσμική υπόσταση σε μια
πολιτική η οποία τότε βρισκόταν ακόμη σε νηπιακή κατάσταση.
Όπως ήταν φυσικό οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις του Μάνου,
το αποτύπωμα των οποίων ευτυχώς είναι αισθητό στη χώρα,
προκάλεσαν τεράστιες αντιδράσεις στο κόμμα του
και του κόστισαν την αποδοκιμασία του στις επόμενες εκλογές.
Μια δεκαετία αργότερα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναγνώρισε
στον Μάνο την ίδια ακριβώς δύναμη, την ικανότητα να σκέφτεται
αναλυτικά, εις βάθος, χωρίς προκαταλήψεις και αίσθηση
του πολιτικού κόστους και, κυρίως, να μετατρέπει
τη σκέψη σε πράξη.
Του εμπιστεύθηκε πρώτα το ΥΠΕΧΩΔΕ και στη συνέχεια
το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, σε μια περίοδο κατά την οποία
η χώρα είχε ανάγκη από βαθιές αλλαγές
και όχι από εύκολες υποσχέσεις.
Ίσως αυτό να εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη θέση
του Μάνου στην πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης.
Ο Καραμανλής και ο Μητσοτάκης
δεν τον επέλεξαν επειδή ήταν εύκολος.
Τον επέλεξαν ακριβώς επειδή ήξεραν ότι μπορούσε να φέρει
εις πέρας δύσκολες αποστολές και του παρείχαν πλήρη πολιτική
στήριξη παρά τις πάνδημες λυσσαλέες αντιδράσεις
εναντίον των πολιτικών του.
Δεν ήταν τυχαίο.
Και οι δύο είχαν καταλάβει κάτι που η ελληνική πολιτική ζωή συχνά
δυσκολευόταν να αποδεχθεί: ο Μάνος δεν ήταν πολιτικός
της διαχείρισης της μιζέριας και της υστέρησης,
ήταν πολιτικός της αλλαγής.
Δεν του ανέθετες ένα υπουργείο για να συνεχίσει ό,τι βρήκε.
Του το ανέθετες όταν ήθελες να αλλάξει κάτι.
Γι’ αυτό και η πολιτική του διαδρομή δεν μετριέται μόνο
με αξιώματα, εκλογικά ποσοστά ή χρόνια υπουργικής θητείας.
Μετριέται καλύτερα κοιτάζοντας γύρω μας.
Μετριέται στην Πλάκα, που διασώθηκε από την αλλοίωση
του χαρακτήρα της, τα ασύδοτα καταστήματα υγειονομικού
ενδιαφέροντος, τους επιχειρηματίες της νύχτας
και την ανεξέλεγκτη οικοδομική εκμετάλλευση.
Στους εκατοντάδες παραδοσιακούς οικισμούς –στο Πήλιο,
στα Ζαγοροχώρια, στις Κυκλάδες, στο Άστρος και αλλού– που
προστατεύθηκαν σε μια εποχή κατά την οποία η διατήρηση
της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς κάθε άλλο
παρά αυτονόητη ήταν.
Στους πεζόδρομους της Αθήνας.
Στις υποχρεωτικές θέσεις στάθμευσης στα νέα κτίρια, με τον ν. 960/1979.
Η προστασία του περιβάλλοντος δεν ήταν για τον Μάνο
μια όψιμη πολιτική μόδα. Ήταν οργανικό μέρος της αντίληψής του
για την ελευθερία και την ευθύνη.
Αυτός ήταν ο φιλελευθερισμός του Μάνου.
Όχι η αδιαφορία για τον δημόσιο χώρο, όπως τόσο συχνά
και τόσο επιπόλαια παρουσιάζεται ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα.
Ακριβώς το αντίθετο.
Ελευθερία εκεί όπου ο άνθρωπος μπορεί να αποφασίζει
για τον εαυτό τουκανόνες εκεί όπου οι πράξεις του επηρεάζουν
ό,τι ανήκει σε όλους.
Προστασία του περιβάλλοντος, της πόλης, της πολιτιστικής
κληρονομιάς.
Ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.
Όταν επέστρεψε στο ΥΠΕΧΩΔΕ, ήρθαν η απόσυρση
των παλαιών ρυπογόνων αυτοκινήτων και η μάχη κατά του νέφους.
Η σύμβαση για το Μετρό.
Η Αττική Οδός.
Η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου.
Έργα που σήμερα αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας,
αλλά τότε χρειαζόταν πολιτική φαντασία για να σχεδιαστούν
και πολιτικό θάρρος για να ξεκινήσουν.
Μαζί τους ήρθε και μια άλλη ιδέα, ριζοσπαστική τότε για την Ελλάδα:
τα μεγάλα έργα να μη γίνονται αποκλειστικά
με τα χρήματα του φορολογουμένου.
Η αξιοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων για την κατασκευή μεγάλων
υποδομών άνοιξε τον δρόμο των συγχρηματοδοτούμενων έργων.
Το ίδιο συνέβη στις τηλεπικοινωνίες.
Το 1992, σε μια Ελλάδα, όπου μπορούσες να περιμένεις χρόνια
για μια τηλεφωνική σύνδεση, ο Μάνος συγκρούστηκε με ένα
από τα ισχυρότερα κρατικά μονοπώλια.
Απέκλεισε τον ΟΤΕ από τον πρώτο διαγωνισμό και προχώρησε
στη χορήγηση δύο αδειών κινητής τηλεφωνίας σε ιδιωτικές
εταιρείες, ανοίγοντας μια νέα αγορά στον ανταγωνισμό.
Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν αυτονόητα.
Αυτή είναι ίσως η μεγάλη ειρωνεία της πολιτικής διαδρομής
του Στέφανου Μάνου.
Πολλά από όσα πολέμησε να γίνουν χαρακτηρίστηκαν αρχικά
ακραία, επικίνδυνα ή ανεφάρμοστα. Ύστερα εφαρμόστηκαν.
Και στο τέλος έγιναν τόσο αυτονόητα, ώστε ξεχάσαμε
ποιος χρειάστηκε πρώτος να συγκρουστεί γι’ αυτά.
Για μένα, όμως, ο Στέφανος Μάνος ήταν κάτι ακόμη περισσότερο.
Ήταν ο άνθρωπος που έδωσε πολιτική υπόσταση
στον φιλελευθερισμό στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.
Ο άνθρωπος που δίδαξε, όχι τόσο με τα λόγια και τις θεωρίες
όσο με το έργο, τη στάση και το ήθος του, ότι φιλελεύθερος σημαίνει
να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο περισσότερο από το κράτος,
να υπερασπίζεσαι τον ανταγωνισμό απέναντι στα προνόμια
και τα μονοπώλια, να πιστεύεις στη δημοσιονομική ευθύνη
και, ταυτόχρονα, να απαιτείς από το κράτος να προστατεύει
αυστηρά τα ατομικά δικαιώματα, το περιβάλλον, το δημόσιο χώρο
και την κοινή μας κληρονομιά.
Κυρίως, όμως, μας έμαθε κάτι δυσκολότερο, ότι στην πολιτική
δεν έχει σημασία μόνο να κερδίζεις.
Έχει σημασία τι αφήνεις πίσω σου.
Ο Μάνος έχασε πολλές –τις περισσότερες– από τις πολιτικές μάχες
που έδωσε. Έμεινε πολλές φορές μόνος.
Είδε απόψεις του να αποδοκιμάζονται και χρόνια αργότερα
να υιοθετούνται από εκείνους που κάποτε τις πολεμούσαν,
συχνά χωρίς καμία αναφορά σ’ εκείνον.
Και εδώ ξαναβρίσκω τον Στόκμαν του Ίψεν
και τη φράση του Κοριολανού.
Ο Μάνος δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο στο να γίνεται αρεστός.
Είχε όμως ένα πολύ σπανιότερο πολιτικό χάρισμα, δεν φοβόταν
να γίνεται δυσάρεστος όταν πίστευε ότι είχε δίκιο.
Έμοιαζε συχνά να βρίσκεται σε σύγκρουση με την εποχή του.
Μόνο που, αργά ή γρήγορα, η εποχή του ερχόταν να τον συναντήσει.
Σήμερα αισθάνομαι ότι δεν αποχαιρετώ απλώς έναν μεγάλο πολιτικό.
Αποχαιρετώ τον σημαντικότερο πολιτικό του ελληνικού
φιλελεύθερου χώρου της Μεταπολίτευσης.
Έναν άνθρωπο που επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο πολλοί
από μας μάθαμε να σκεφτόμαστε την πολιτική,
το κράτος και την ελευθερία.
Και καθώς κοιτάζω την Ελλάδα γύρω μας, σκέφτομαι ότι
ο καλύτερος αποχαιρετισμός στον Στέφανο Μάνο
βρίσκεται ήδη εκεί. Στην Πλάκα.
Στους πεζόδρομους της Αθήνας.
Στους παραδοσιακούς οικισμούς της χώρας.
Στο Μετρό. Στην Αττική Οδό. Στη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου.
Ακόμη και στο κινητό τηλέφωνο που κρατάμε στο χέρι μας.
Όλα σήμερα μας φαίνονται αυτονόητα. Κάποτε όμως δεν ήταν.
Και χρειάστηκε ένας άνθρωπος να τα δει πριν από εμάς.
Καλό ταξίδι, Στέφανε. Και σ’ ευχαριστούμε που έβλεπες μακρύτερα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου